Παρασκευή, 16 Μαρτίου 2012

Ο ΑΠΑΝΘΡΩΠΟΣ ΜΑΜΩΝΑΣ «ΤΗΣ ΑΔΙΚΙΑΣ»


«ΜΗ ΜΕΡΙΜΝΑΤΕ»

«Ου δύνασθε Θεώ δουλεύειν και μαμωνά»1, λέγει ο Σωτήρ των ανθρώπων Κύριος Ιησούς Χριστός ο Θεός.

Είναι δε μαμωνάς «ο επίγειος πλούτος, εξ αρπαγής»2 «και πλεονεξίας συνειλεγμένος (συγκεντρωμένος)»2 και αδίκως χρησιμοποιούμενος, προς «κόλασιν αιώνιον»3. Διο και μαμωνάς «της αδικίας»4 λέγεται, εκ του οποίου ο άνθρωπος πρέπει να σωθή. «Δια τούτο λέγω υμίν»1, εντέλλεται ο Σωτήρ, «μη μεριμνάτε τη ψυχή υμών, τι φάγητε και τι πίητε, μηδέ τω σώματι υμών τι ενδύσησθε»1. Νοείται δε το «μη μεριμνάτε»1, καθώς το ερμηνεύει ο Θεός εις «τα Γεγραμμένα»5 της θείας Ορθοδοξίας δια των Αγίων του.

Ούτως, ο άξιος Πατριάρχης Κωνσταντινουπόλεως Άγιος Ιωάννης ο Χρυσόστομος λέγει: Δια της εντολής ταύτης ο Χριστός, «ουκ είπεν, ότι σπείρειν ου δει»6, ήτοι να σπείρης δεν πρέπει, «αλλ’ ότι μεριμνάν (να μεριμνάς) ου δει· ουδ’ ότι εργάζεσθαι (να εργάζησαι) ου χρη (δεν είναι αναγκαίον), αλλ’ ότι μικρόψυχον είναι (να είσαι) και κατατείνειν εαυτόν ταις φροντίσιν (να βασανίζης τον εαυτόν σου με τας περιττάς φροντίδας) ου χρη. Επεί (επειδή) και τρέφεσθαι (τους ανθρώπους) εκέλευσεν, αλλά μη μεριμνώντας»6.


Απάνθρωπος, λοιπόν, είναι η μέριμνα αύτη, φιλάνθρωπος δε ο νόμος του Χριστού «μη μεριμνάτε»1. Διο λέγει πάλιν. «Μη ουν (λοιπόν) μεριμνήσητε λέγοντες, τι φάγωμεν ή τι πίωμεν ή τι περιβαλώμεθα; Πάντα γαρ ταύτα τα έθνη επιζητεί». «Οίδε (γνωρίζει) γαρ ο Πατήρ υμών ο ουράνιος, ότι χρήζετε τούτων απάντων»1 ως αναγκαίων προς το ζην αγαθών, εις τα οποία «η του Θεού πρόνοια… το παν ανύει (κατορθώνει)»6. Και ως «Πατήρ»6 ο Θεός, «και Πατήρ τοιούτος»6, «αγάπη»7 γαρ «ο Θεός»7, «ου δυνήσεται περιϊδείν (να παραβλέψη) τους υιούς»6, ως μαρτυρούσι και τα σχετικά θαύματα των αιώνων, καθ’ «ότι αυτώ μέλει περί»8 ημών.

Ένεκεν τούτων, οι πιστοί, «πάσαν την μέριμναν»8 ημών «επιρρίψαντες επ’ αυτόν (τον Θεόν)»8, πρέπει να βαδίζωμεν την μίαν και μόνην υπάρχουσαν οδόν της επαρκείας και εις τα αναγκαία υλικά αγαθά, την οποίαν διδάσκει ο Σωτήρ των ανθρώπων, λέγων. «Ζητείτε δε πρώτον την Βασιλείαν του Θεού και την δικαιοσύνην αυτού, και ταύτα πάντα προστεθήσεται υμίν»1! Διότι «έστιν»9 , λέγει Κύριος δια του Αποστόλου Παύλου, «πορισμός μέγας η ευσέβεια μετά αυταρκείας»9. Δηλαδή, με το να αρκούμεθα εις τα αναγκαία προς το ζην, κατά το «έχοντες δε διατροφάς και σκεπάσματα, τούτοις αρκεσθησόμεθα»9, και δια «μηδέν περιττόν»10 να μεριμνώμεν! Τουτέστιν, το πρώτον και βασικόν είναι η πίστις και η ευσέβεια της Ορθοδοξίας, τα δε άλλα προστίθενται, και αντιθέτως εκλείπουσιν!

Η αλήθεια αύτη επιβεαιούται και δια της παταγώδους αποτυχίας των εθνών1 της αποστασίας μάλιστα των τελευταίων αιώνων. Ταύτα, πρωτοστατούντων των «της συναγωγής του Σατανά»11, ηρνήθησαν τον Σωτήραν Ιησούν Χριστόν τον Θεόν, απέρριψαν την εν Χριστώ σωτηρίαν και απεστράφησαν την προς ταύτην οδόν θείαν Ορθοδοξίαν. Ούτως, απεγυμνώθησαν των ουρανίων εν Χριστώ αγαθών, ήτοι της αληθείας και Χάριτος και θείας προνοίας, και εξεζήτησαν τα επίγεια υλικά με τον μαμωνάν και την μέριμναν και την πλεονεξίαν και την ρίζαν «πάντων των κακών»» φιλαργυρίαν12. Και από του δεκάτου έκτου αιώνος επροπαγάνδισαν την αποστασίαν των ταύτην δια της μαμωνικής αιρέσεως του Οικονομισμού13 ανά την οικουμένην, μάλιστα δε εις Ευρώπην και Αμερικήν.

Η άιρεσις και σκοτεινή δύναμις του Οικονομισμού προπαγανδίζει το ψεύδος, ότι ο άνθρωπος είναι δήθεν ον οικονομικόν, homo oeconomicus (άνθρωπος οικονομικός)13, και η ζωή του και ο πολιτισμός του μαμωνική οικονομία, ήτοι άδικον κέρδος και χρήμα και πλουτισμός, τύπου του άφρονος πλουσίου14. Ο Οικονομισμός αποξενώνει τον άνθρωπον, όχι μόνον εκ του Δημιουργού και Σωτήρος του Θεού, αλλά και από τα δημιουργήματα αυτού, τα οποία αποτελούσι το φυσικόν περιβάλλον της επιγείου ζωής του. Και τον τοποθετεί εις τεχνητόν τόπον ερημίας και υλικών θείων αγαθών, και ανταλλαγής των δι’ απατηλών υλικών ανέσεων και βιομηχανικών προϊόντων και χοϊκών ελπίδων ψευδολυτρώσεως!

Δια δε της, ως γνωστόν, διεφθαρμένης επιστήμης του, κατά την προφητείαν «διεφθάρη η επιστήμη σου»15, «διέφθειρε την γην»16. Συνεπώς, και τας εν αυτή τροφάς ζώων και ανθρώπων, τας οποίας αλλοιώνει εις νοσογόνους παραποιήσεις και καρκινώματα με αποτέλεσμα, η σπάνις αληθινών τροφών και οι προφητευόμενοι «λιμοί και λοιμοί»17! Αλλά δια του μαμωνικού πλούτου του εμπορίου του Οικονομισμού διεδόθη ανά την οικουμένην και το αντίχριστον «666»18 «της συναγωγής του Σατανά»11, που συμβολίζει παν κακόν19 γενόμενον και ερχόμενον, και μάλιστα το δι’ αυτού αντίχριστον δουλικόν «χάραγμα»18! Και τέλος, δια του αυτού «μαμωνά της αδικίας»4, κατεσκευάσθησαν και τα πυρηνικά όπλα, δια των οποίων έρχεται επί γης ο προφητευόμενος «όλεθρος»20!

Πληρούται, λοιπόν, μάλιστα σήμερον και η προφητεία, δι’ ης λέγει ο Κύριος: «Και εάν θέλητε και εισακούσητέ μου, τα αγαθά της γης φάγεσθε· εάν δε μη θέλητε, μηδέ εισακούσητέ μου, μάχαιρα υμάς κατέδεται (θα καταφάγη)»21. Και αποδεικνύεται, ότι και η διατροφή του ανθρώπου δεν είναι οικονομικόν ζήτημα μαμωνά, αλλά ζήτημα πίστεως και ευσεβείας της Ορθοδοξίας του Σωτήρος Ιησού Χριστού του Θεού!

«Ζητείτε δε πρώτον την Βασιλείαν του Θεού και την δικαιοσύνην αυτού»


***
1 Ματθ. στ’, 24-33 – 2 Αγίου Κυρίλλου Αλεξανδρείας, PG. 72, 813-816 – 3 Ματθ. κε’, 46 – 4 Λουκ. ιστ’, 9 – 5 Μ. Αθανασίου, PG. 27, 41 – 6 Αγίου Ιωάννου Χρυσοστόμου, PG. 57, 298, 302 – 7 Α’ Ιωάν. δ’ 16 – 8 Α’ Πέτρ. ε’, 7 – 9 Α’ Τιμ. στ’, 6-8 – 10 Αγίου Ιωάννου Χρυσοστόμου, PG. 62, 592 – 11 Αποκάλ. γ’, 9 – 12 Α’ Τιμοθ. στ’, 10 – 13 «Πάσχα Κυρίου» Α. Δ. Δελήμπαση, Αθήναι 1985, σ. 606-607 – 14 Λουκ. ιβ’, 16-21 – 15 Ιεζεκ. κη’, 17 – 16 Αποκαλ. ιθ’, 2 – 17 Ματθ. κδ’, 7 – 18 Αποκαλ. ιγ’, 16-18 – 19 Αγίου Ειρηναίου Λουγδούνου Β’ αιώνος, ΒΕΠΕΣ, 5, 168 – 20 Ιερεμ. λβ’, 16-17 – 21 Ησ. α’, 19.


Πηγή: Φωνή των Πατέρων, Αθήναι, Ιούνιος 2002